για το σχολείο: εργασίες και προγράμματα

ο κλέφτης του μονοπατιού



Ένα παραμύθι
για το Βαρύ, ένα ξεχασμένο μονοπάτι


Συγραφείς
Αμοιραλής Ιωσήφ, Απέργη Κατερίνα, Αρμακόλλα Ειρήνη, Βενετέτου Ιωάννα, Βέρσαλη Άννα,
Βιδάλη Ελένη, Βιδάλης Ιωσήφ, Βιδάλη Μάρα, Γρυπάρη Μαργαρίτα, Θεοδώρου Δημήτρης,
Κατζηλιέρης Μάρκος, Κρητικού Ελπίδα, Σιταρά Ξένια, Σιώτος Γιάννης, Φιλιππούση Άννα

Μαθητές της ΣΤ' τάξης
1ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΝΟΥ

ΤΗΝΟΣ
Ιούνης 2000

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα όμορφο νησί του Αιγαίου, την Τήνο, ζουσε ένας άτακτος και σκανταλιάρης "κλέφτης" σ'ένα από τα δυο μονοπάτια του νησιού, το Βαρύ. Ζούσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του απέναντι από τα "Πάνω Σταμνάδικα" πίσω από μια ξερολιθιά.

Στα πρώτα του παιδικά χρόνια ήταν πολύ ευτυχισμένος γιατί το μονοπάτι είχε πολύ κίνηση έτσι είχε και πολλούς φίλους. Σχεδόν καθημερινά μιλούσε με τα παιδιά που κατέβαιναν από τα χωριά άλλα για να πάνε στο Γυμνάσιο και άλλα, μικρότερα στην ηλικία για να πουλήσουν με τον πατέρα τους τα 'καλά τους'.

-Καλημέρα, μπαρμπα-Πέτρο.

-Καλημέρα, μικρέ Σκανταλιάρη κλεφτούλη.
 

-Αααα! Αααα! καλημέρισε ο κυρ Μέντιος, ο γάιδαρος του μπαρμπα-Πέτρου.

Μα ξαφνικά, ένα δυνατό φτέρνισμα του κυρ Μέντιου τράνταξε το Σκανταλιάρη τόσο δυνατά, που τον πήρε από τη ζεστή αγκαλιά της μητέρας του.

Στην αρχή, άρχισε να κλαίει

Aισθανόταν μόνος κι έρημος. Μα έτσι όπως έκλαιγε απελπισμένα άκουσε μια βροντερή φωνή να τον καλεί:

-Έλα δω εσύ! Γιατί μου διακόπτεις με τις γκρίνιες σου το βαθύ μου ύπνο;

-Μη με μαλώνεις Πυκνοφύλλη, γιατί είμαι πολύ τρομαγμένος. τώρα μόλις αποχωρίστηκα ό,τι πιο αγαπημένο είχα στη ζωή μου, την οικογένειά μου.

-Α! καημένε μου κλεφτάκο. Τι έπαθες κακομοίρη μου! Κάθισε να ξαποστάσεις και να σου γνωρίσω τους τόπους μου. Συγχώρεσέ με για τον απότομο τρόπο που σου συμπεριφέρθηκα.
 

Αλλά με την τόση φασαρία και την κίνηση του μονοπατιού, δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Ξέρεις κι εμένα κάπως έτσι ξεκίνησε η ζωή μου. Φύσηξε ένας δυνατός αέρας που με πήρε από την οικογένειά μου και νά 'μαι!

Ένα φτερούγισμα και ξαφνικά δίπλα στον Σκανταλιάρη πήγαν να ξαποστάσουν δυο φίλοι του Πυκνοφύλλη. Ήταν δυο πανέμορφα και κατάμαυρα χελιδονάκια, ο Ψαλίδας και ο Σπαθούλης.

-Σας παρακαλώ, πιαστείτε από την άλλη μεριά, γιατί με πονάει η κλαδοπλάτη μου, είπε ο Πυκνοφύλλης.

-Να σας συστήσω; ρώτησε με την θροϊστική γλώσσα του ο Πυκνοφύλλης. Από δω οι καλύτεροι ανοιξιάτικοι και καλοκαιρινοί φίλοι μου, ο Ψαλίδας και ο Σπαθούλης. Και από δω ο... πως σε λένε αλήθεια μικρέ κλεφτούλη;

-Με λένε, με λένε Σκανταλιάρη.

-Ε! Λοιπόν σας συστήνω τον νέο μας φίλο, τον μικρό κλεφτούλη Σκανταλιάρη. Άπλωσαν τις κατάμαυρες φτερούγες τους τα χελιδόνια, χάιδεψαν το μικρό Σκανταλιάρη και με τις χελιδονίστικη φωνή τους κελάηδησαν: "Καλώς ήρθες στην Πανωσταμνάδικη παρέα μας!"

Ανοίγουν τα ψαλιδωτά φτερά τους ο Ψαλίδας και ο Σπαθούλης και παίρνουν μαζί τους το μικρό Σκανταλιάρη. Mπαίνουν και κοιτούνε με περιέργεια... Και τι να δουν; Τρεις συμπαθητικούς αλλά βρώμικους, κατασκονισμένους και ξυπόλητους ανθρώπους να "πολεμούν" για να ξεκολλήσουν τα πόδια του ενός που είχε κολλήσει με τον πηλό. Τραβούσαν τον ένα κολλούσε, ο άλλος.
 

Μα, τι γίνεται εδώ; είπε γεμάτος περιέργεια ο μικρούλης Σκανταλιάρης.

Και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει την ερώτησή του, κάτι μικρό σκληρό και κόκκινο τού 'ρχεται στο κεφάλι. Έτσι εντελώς ξαφνικά, μετά από ένα τόσο δυνατό χτύπημα βρίσκεται μέσα σε ένα σκοτεινό και αποπνιχτικό χώρο.

-Βοήθεια! Σώστε με! Ψαλίδα! Σπαθούλη! Που βρίσκομαι;

Κανείς δεν τον άκουγε το δυστυχισμένο το Σκανταλιάρη. Ενοχλημένη η κουκνουκιά από τα πηδήματα και τις διαμαρτυρίες του ανήσυχου Σκανταλιάρη φτερνίστηκε και ΧΟΠ! κόλλησε πάνω στη μύτη του αναψοκοκκινισμένου μπαρμπα-Γιάννη του Σταμνά!

Ο μπαρμπα-Γιάννης άρχισε να ξύνεται, να ξύνεται και να φτερνίζεται. Πάνω στα ράφια όλα τα παιδιά του κατασκευαστή Μπαρμπα-Γιάννη.

Οι στάμνες, οι φουφούδες, οι κουκνουκιές, τα μικρά και άτακτα  φουφουδάκια, οι μικρές σταμνούλες και οι πιο μικρές και χαριτωμένες σταμνίτσες άρχισαν να γελούν και να χοροπηδούν ασταμάτητα. 
 

Tα λαμπερά και αναψοκοκκινισμένα από το φούρνο μάτια του αλλοιθώρισαν και τότε είδε το μικρό Σκανταλιάρη να του κάνει γκριμάτσες. Όσο γίνονταν αυτά, ο Ψαλίδας και ο Σπαθούλης ξεκαρδισμένοι από τα γέλια φώναξαν με αγανάκτηση στο Σκανταλιάρη:

-E! μαστροχαλαστή! Αρκετά χόρεψες εδώ, γέλασες και κορόιδεψες στα Πάνω Σταμνάδικα του μπαρμπα-Γιάννη.

Καιρός να φύγουμε πριν νυχτώσει. Ο μικρός Σκανταλιάρης γλίστρησε πάνω στην ιδρωμενη μύτη του μπαρμπα-Γιάννη, και βρέθηκε πρρρρρρρ! πάνω στη ράχη του Σπαθούλη.
 

Τι όμορφος τόπος ήταν αυτός που απλωνόταν μπροστά τους. Γύρισαν και οι τρεις τα κεφαλάκια τους και αποχαιρέτησαν τον καταπράσινο Πυκνοφύλλη. Μπροστά τους απλωνόταν ένα πανέμορφο, πολύχρωμο και γεμάτο ζωντάνια τοπίο, που σκόρπιζε γύρω τους μαγευτικές μυρωδιές από φρεσκοκομμένο χορτάρι, νοτισμένο χώμα, από μανταρινιές, λεμονιές, νερατζιές, πορτοκαλιές, συκιές...
 


 

Συνάντησαν ανθρώπους που κατέβαιναν από το χωριό καβάλα στα γαϊδουράκια τους φορτωμένα με τα καλά τους για να τα πουλήσουν στη Χώρα.

Καθώς πετούσε ο Σπαθούλης ανάμεσα στους χωρικούς κάνοντάς τους αμέτρητα παιχνίδια ξαφνικά ένα μεγάλο ζουζούνι πέρασε σφυρίζοντας δίπλα τους και ο μικρός Σκανταλιάρης ζαλίστηκε κι άρχισε να πέφτει, να πέφτει... Τα μικρά χελιδόνια τον έχασαν κι ανησύχησαν. Εκείνος όμως ήταν καταχαρούμενος γιατί άρχισε να του αρέσει η περιπλάνηση του μονοπατιού. Καθώς έπεφτε, τα μικρά ματάκια του αντίκρυσαν ένα κατακόκκινο και θεόρατο μήλο. Το μήλο ήταν μέσα στο κοφίνι του μπαρμπα-Ψίλου. Όμως το μήλο γλιστρούσε και ο άτυχος Σκανταλιάρης περνώντας μέσα από την τρύπα του κοφινιού σ' ένα κατακόκκινο γεμάτο μαύρες τελίτσες βουναλάκι.
 

-Τι νά' ναι άραγε αυτό; αναρωτήθηκε γεμάτος απορία ο Σκανταλιάρης. Επειδή του άρεσε πολύ άρχισε χοροπηδώντας να μετρά τις βουλίτσες: Μία, δύο, τρεις.

Ο Σκανταλιάρης καθώς μετρούσε τις βούλες, έχασε το λογαριασμό κι έπρεπε να τις μετρήσει από την αρχή. Έτσι λοιπόν άρχισε να κλαίει.
 

Καθώς έκλαιγε ασταμάτητα τον  άκουσε ένα καρίκι, που καθόταν σαν άρχοντας πάνω σε μια καλοφτιαγμένη ξερολιθιά, μια καταπράσινη σαύρα η Κυρ-Mάρω που λιαζόταν κοντά στα πόδια της μικρής πασχαλίτσας, της Λαμπρίτσας και η Λαιμαργούλα αγκινάρα του κυρ-Γιάννη.
 


 

-Μα ποιος κλαίει; αναρωτήθηκε με μεγάλο ενδιαφέρον το καρίκι, ο Γαλατούλης. Με μιας πηδάει και βρίσκεται πολύ κοντά στην παρέα.

-Βρέχει ή μου φαίνεται; αναρωτιέται η Λαμπρίτσα γυρίζοντας το μικρό και συμπαθητικό κεφαλάκι της προς τη ράχη της και τινάζοντας τα φτερά της.

Η σαύρα η Κυρα-Mάρω, ξυπνώντας εκνευρισμένη από το βαθύ της ύπνο γουρλώνει τα μεγάλα και άγρια μάτια της εντοπίζοντας το αίτιο του συμβάντος που αλλού; στην κατακόκκινη ράχη της φίλης της Λαμπρίτσας.

-Τι θες εσύ εκεί πάνω; Γιατί ενοχλείς την καλή μου φίλη;

Η Λαιμαργούλα τέντωσε με περιέργεια το λεπτό και μακρύ λαιμό της, έσκυψε πάνω από την ξερολιθιά προσπαθώντας να καταλάβει από που προέρχονται αυτές οι φωνές. Αμέσως τον αναγνώρισε τον μικρό Σκανταλιάρη. Πριν λίγο περνώντας με το φύσημα του ανέμου από πάνω της της χάιδεψε για πρώτη φορά τα αγκαθωτά μαλλιά της.

-Γιατί μαλώνεις το μικρό μου φιλαράκο; Τι σου έκανε;

-Εμένα δεν μου έκανε τίποτα αλλά έβρεξε με τα δάκρυά του τα πανέμορφα φτερά της φίλης μου της Λαμπρίτσας.
 


 

-Τι άκουσα να λες; Της Λαμπρίτσας; Δηλαδή δεν κάθομαι πάνω σ' ένα κατακόκκινο βουναλάκι;

-Χίλια συγνώμη καλή μου Λαμπρίτσα δεν το ήξερα.

-Αχ! Πόσο διψάω!

Ο χοντρούλης Γαλατούλης σ' αυτή τη δύσκολη ώρα ενθουσιασμένος, γιατί είχε αυτό που ζητούσε άρχισε να χοροπηδάει. Γύρω του σκόρπισε μυρωδιά από φρέσκο γάλα.

Γλυκό μονοπατάκι αγαπημένο
με πόση εγώ λαχτάρα σ' ανεβαίνω!
Γλυκό μονοπατάκι χαρωπό
Αχ! πόσο σ' αγαπώ!

 

Από τον πολύ χορό και το πολύ γλέντι, η Γκριζούλα, η Ασπρούλα, η Καφετούλα, η Μαυρούλα με τις φακίδες τις κίτρινες τρίκλιζαν και έπεσαν η μια πάνω στην άλλη. Παραλίγο μάλιστα να λιώσουν την καλογιαλισμένη ουρά της Κυρα-Μάρως.

-Αχ! το πόδι μου! Μου τό' σπασες! λέει η Ασπρούλα.

-Αχ! Το χεράκι μου. Μου το στραμπούληξες, διαμαρτύρεται η Γκριζούλα.

-Αχ! Πάνε οι φακίδες μου! Μου τις κατέστρεψες, κλαψούρισε η Μαυρούλα.

-Θα με ρίξετε και 'μένα κάτω, άτακτες κορούλες μου, λέει μαλώνοντάς τες η γέρικη ξερολιθιά.
 

Λίγο πιο κάτω, είχαν στήσει μαζί τους χορό ο μακρύς γκριζοφορεμένςο καλόγερος Καπνιστάκος, και οι ζωηρές και τσαχπινούλες φλογίτσες, η Κοκκινούλα, η Πορτοκαλίτσα και η Κιτρινούλα. Καλούσαν με τις ζωηρές φωνές τους το Σκανταλιάρη να πάει στην παρέα τους.
 

Ο Σκανταλιάρης με φουσκωμένη την κοιλίτσα του από το φρέσκο γάλα του Γαλατούλη και φουσκωμένη την καρδιά από ευτυχία, κατηφόρισε το μονοπάτι παίζονταςκουτσό πάνω στις κόρες της ξεολιθιάς και στους γιους του λιθόστρωτου. Τα χαχανητά τους από το γαργάλημα γέμιζαν το μονοπάτι.
 

Μια αέρινη, αλλά κατάμαυρη, μουτζούρινη αγκαλιά έκλεισε ασφυκτικά τον Σκανταλιάρη κι αυτός άρχισε να βήχει Γκουχ! Γκουχ!

Τρόμαξαν οι φλογίτσες, η Κοκκινούλα, η Πορτοκαλίτσα και η Κιτρινούλα και πήγαν κοντά του για να γνωρίσουν το νιόφερτο επισκέπτη τους.

-Τι έχεις μικρέ μας κλεφτούλη; Πως σε λένε;

-Με λένε Σκανταλιάρη! Επειδή δεν ήθελε να προσβάλλει το γερο-Καπνιστάκο, δικαιολογήθηκε λέγοντας πως είναι κρυωμένος γιατί ήπιε κρύο γάλα από το καπέλο του Γαλατούλη.
 

-Εδώ είναι το σπίτι σας; ρώτησε γεμάτος απορία ο Σκανταλιάρης.

-Ναι, εδώ είναι. Θέλεις να σε ξεναγήσουμε;

-Ναι! απαντά γεμάτος χαρά ο Σκανταλιάρης.

Οι τέσσερίς τους αποφασίζουν, για να διασκεδάσουν, να μπουν από τη μακριά καμινάδα του γύφτικου. Καθώς κατέβαιναν, έβλεπαν πως θα κατέληγαν μέσα στο πελώριο κατακόκκινο στόμα ενός πύρινου σιδερένιου καζανιού.

Μα ήδη είχαν βαφτεί με την καπνιά κι έμοιαζαν με Αραπάκια. Για καλή τους τύχη η κυρα-Καλλιόπη, η φυσούνα, κουρασμένη από την κοπιαστική δουλειά της, αναστέναξε και πέταξε με τον αέρα της, τους τέσσερις φίλους και τους κόλλησε πάνω σ' ένα δρεπάνι.

-Βρε καλώς μου τα! τους υποδέχτηκε με αγάπη ο μουντζουρωμένος μπάρμπα-Θωμάς, ο γύφτος. Ποιός καλός άνεμος σας φέρνει από 'δω;

-Εγώ είμαι ο Σκανταλιάρης. Βρήκα τις καλές μου φίλες τις φλογίτσες και ήρθα να διασκεδάσω μαζί τους, κάνοντας κούνια στις καλοφτιαγμένες σκάλες, τσουλήθρα στο δρεπάνι, τραμπάλα στο υνί και ένα απολαυστικό μπάνιο στο μαρμάρινο ξυνάρι σου.
 

Μετά από ένα απολαυστικό μπάνιο βρέθηκε ο Σκανταλιάρης, χωρίς να το καταλάβει καβαλάρης πάνω σε μια καταπράσινη ακρίδα, την Πεταχτούλα. Με ένα μεγάλο άλμα και άλλα μικρότερα, απο μαργαρίτα σε μαργαρίτα, απο παπαρούνα σε παπαρούνα, και από φύλλο σε φύλλο προσγειώθηκαν στο Κτήμα των Πατέρων.

Σκαρφάλωσαν πέτρα την πέτρα προσπαθώντας να φτάσουν στο οικόσημο για να διαβάσουν τι γράφει. Θαύμασαν τα τεράστια δέντρα του, τα χαιρέτησαν, και γλίστρησαν μέσα από τα γαλάζια κάγκελα της παραδοσιακής πόρτας.
 

Φ Ρ Α Π!

Μ' ένα πανύψηλο πήδημα η Πεταχτούλα βοηθά τον Σκανταλιάρη να χτυπήσει το ρόπτρο της γειτονικής καφετιάς ξύλινης πόρτας.
 

-Μα τι ακούω; ρωτά γεμάτος απορία ο Σκανταλιάρης.

Γέλια, χαχανητά και... Η πόρτα ανοίγει και Μπαμ! κάτω η Πεταχτούλα.

-Ωχ! η μέση μου! παραπονιέται η Πεταχτούλα.

-Ωχ! Έχασα μια τούφα απ' τα μαλλιά μου! Αλλά δεν πειράζει. Κοίταξε τρία όμορφα κορίτσια βγαίνουν για περίπατο στο μονοπάτι. Πόσο όμορφες φαντάζουν οι γαλάζιες  ομοιόμορφες ποδιές τους!

Κρυφάκουσε ο Σκανταλιάρης και τις άκουσε να λένε.

-Καλά τους ξεγελάσαμε!

-Πως το πίστεψαν!

-Ευτυχώς που έχουμε βρει μια καλή δικαιολογία. Κάθε φορά πιστεύουν πως πάμε για πηλό στα "Πάνω Σταμνάδικα", ενώ εμείς απολαμβάνουμε τις ομορφιές του μονοπατιού.
 

-Βρε τις κατεργάρες! είπε θαυμάζοντάς τες ο Σκανταλιάρης.

-Τις δικαιολογώ, γιατί κι εγώ στην ηλικία τους τέτοιες κατεργαριές έκανα, είπε η Πεταχτούλα κα μπήκε στην παρέα τους.
 

Μόνος κι έρημος ο Σκανταλιάρης ακούει δίπλα του ένα δυνατό βούισμα.

-Τι είναι πάλι τούτο;

-Είμαι ο κυρ-Μπάρμπουρας του μονοπατιού, που το λένε Βαρύ. Συγνώμη που σε έριξα κάτω απο το χελιδόνι αλλά είμαι ο μεταφορέας των μικρότερων εντόμων κι επειδή ένα μυρμίγκι αρρώστησε βαριά, έτρεχα με υπερβολική ταχύτητα για να αντιμετωπίσουμε σωστά το επείγον περιστατικό.
 


 

Είπε και για να λυθεί η παρεξήγηση του πρότεινε να τον πάει μια βόλτα.

Βζζζζζζζ! πέταξε με υπερβολική ταχύτητα ο κυρ-Μπάρμπουρας, ενώ τα μαλλιά του Σκανταλιάρη ανέμιζαν. Προσγειώνεται απότομα στο γλωσσίδι της μικρής καμπανούλας της Αγίας Βαρβάρας και γεμίζει ο τόπος από κωδονοκρουσίες. Ντιν! Νταν! Ντιν! Νταν! Οι γειτόνισσες βγήκαν στα παράθυρα και έλεγαν η μία στην άλλη: τι γλυκιά μελωδία είναι αυτή!
 

Λίγο πιο κάτω, από το κτήμα του Τροχάνη, ένα κάτασπρο άλογο, ο Ασπριδερός θέλησε με το χλιμίντρισμά του να συνοδέψει τη γλυκιά μελωδία της μικρής καμπανούλας.

Ακούγοντάς τον ο κυρ-Νικόλας το αφεντικό του, στημένος πάνω από τα λαχανικά του που τα περιποιουνταν, σήκωσε το κεφάλι του και... Τι να δει; Το κατάλευκο άλογό του είχε αποκτήσει φτερά και και πετούσε. Δεν πίστευε στα μάτια του. έλα όμως που, ακούγοντας τη γλυκιά μελωδία ήθελε κι εκείνο να πετάξει! Το ίδιο και η κυρ-Σοφία, και η κυρ-Άννα οι γειτόνισσές του.

Το κατάλευκο άλογο προσγειώθηκε πάνω στη σκεπή με τα τέρατα του απέναντι σπιτιού της κυρα-Σοφίας και το πέταγμά του ακολούθησαν ο κυρ-Μπάρμπουρας  με το Σκανταλιάρη. Τέσσερα μεγάλα πήλινα τέρατα άνοιγαν το πελώριο στόμα τους κι έχυναν καυτό λάδι στους άγριους και ατρόμητους Πειρατές.

Ο Ασπριδερός βλέποντας τρομαγμένος τον κυρ-Μπάρμπουρα και τον Σκανταλιάρη τους καθυσήχασε λέγοντάς τους την ιστορία των τεράτων

-Tι είναι αυτό το κατάλευκο κτίριο απέναντι με τα μεγάλα δόντια;

-Aνεβείτε στη ράχη μου για να σας πάω να το δέιτε από κοντά.

Μόλις προσγειώθηκαν πάνω στη στέγη του κατάλευκου κτιρίου γύρω τους φτερούγισαν κάτασπρα περιστέρια.
 


 

-Καλώς ήρθατε στο σπιτικό μας. Είναι ο μοναδικός Ενετικός Περιστεριώνας της Τήνου. Καθίστε να ξαποστάσετε. Με χαρά θα σας φιλοξενήσουμε. Έμεινε πολλά χρόνια στον Ενετικό Περιστεριώνα ο Σκανταλιάρης περνώντας αξέχαστες ημέρες. Κάθε μέρα που περνούσε, οι ήχοι του μονοπατιού, οι άνθρωποι, τα ζώα... λιγόστευαν.
 

Έτσι ο Σκανταλιάρης όταν έβγαινε στο μπαλκόνι του μάυριζε η ψυχή του και η μόνη του παρηγοριά ήταν ένα κατάλευκο καράβι που μπαινόβγαινε στο γραφικό λιμάνι του νησιού.
 

Αποφασίζει μια ανοιξιάτικη μέρα ν΄αφήσει το μονοπάτι και να ταξιδέψει μακριά από τον τόπο του, την όμορφη Τήνο. Ετοίμασε λοιπόν τις αποσκευές του και πήγε να πάρει το μπάνιο του στο δροσερό ρυάκι του μονοπατιού. Μα, καθώς καθρεφτίστηκε σ' αυτό αντίκρυσε ένα γεράκο-καμπούρη Σκανταλιάρη.

-Μα τι είναι αυτό που ακούω; Μήπως είναι δημιούργημα της φαντασίας μου;
 

Εκεί, στην αρχή του μονοπατιού, μια χαρούμενη παρέα δεκαπέντε παιδιών, ανέβαιναν κρατώντας στα χέρια πήλινες χελιδονοφωλιές και τραγουδώντας το τραγούδι του μονοπατιού.

Ήταν ένα μονοπάτι παιδιά,
Ήταν ένα μονοπάτι.
Βαρύ το λέγανε
Κι ήταν γεμάτο κόσμο
Βαρύ το λέγανε
Κι ήταν μοναδικό.  

Εμείς τα δεκαπέντε παιδιά
Εμείς τα δεκαπέντε
Με τις κυρίες μας
Σοφία και Φραγκίσκα
Με τις κυρίες μας
Το ανεβήκαμε.

Αξίζει ν' ανεβείτε κι εσείς
Αξίζει ν' ανεβείτε
Να το γνωρίσετε
Και να το περπατήστε,
Να το γνωρίσετε
Και να ευχαριστηθείτε.
 


Ο κλέφτης του παραμυθιού
Θε να σας ξεναγήσει ως τα Σταμνάδικα
Που φτιάχνουνε τις στάμνες
Ως τα Σταμνάδικα
Που δε λειτουργούνε πια.  

Στα πλάγια του μονοπατιού
Στημένες το στολίζουν
Όμορφες μα παλιές
Να! Οι ξερολιθιές μας
Με τις λειχήνες τους
Θυμίζουν τα παλιά.

Οι άνθρωποι που ζουν σ' αυτό
Μας έχουνε μιλήσει
Για την ζωντάνια του
Και το ιστορικό του
Για τους ανθρώπους του
Που δίνανε ζωή.
 
Πάνω στα γαϊδουράκια τους
Φορτώναν τα καλά τους
Τις ντοματούλες τους
Τα ζαρζαβατικά τους
Τις ορνιθούλες τους
Τα νόστιμα αυγά τους.  

Ο κλέφτης του μονοπατιού
Θα σας προβληματίσει
Με τα παιχνίδια του
Και τα αινιγματά του
Ώσπου να φτάσετε
ψηλά στην κορυφή


 

Ένα παιδικό χέρι απλώθηκε και μια ζεστή φωνή ακούστηκε να του λέει:

-Που πηγαίνεις καλέ μου Σκανταλιάρη;

-Φεύγω μακριά. Δεν έχω κανένα φίλο στο μονοπάτι.

-Μη φεύγεις, σε παρακαλούμε. Πολύ σύντομα θ' αποκτήσεις καινούριους φίλους, τα χελιδόνια.

Να τα σπίτια τους.

Αμέσως ο γερο-Σκανταλιάρης ξανάνιωσε. Να ένα σπίτι χελιδονιών οδός Τροχάνη. Να ένα άλλο, οδός Μικρής Καμπανούλας. Και το τελευταίο οδός «Πάνω Σταμνάδικα».
 


 

-Δε θα φύγω ποτέ από το μονοπάτι, είπε και χώθηκε βαθιά στο χώμα στη γειτονιά του παλιού του σπιτιού. Εκεί σε λίγο καιρό φύτρωσε ένα όμορφο δέντρο που στα κλαδιά του ξεκουράζονταν μικρά, κατάμαυρα χελιδόνια.
 

 

Αν φτάσατε εδώ από κάποια άλλη σελίδα και δεν βλέπετε τα μενού επιλογών, κάντε κλικ εδώ